Ο ηλιακός θερμοσίφωνας είναι εύλογα η πιο δημοφιλής εγκατάσταση ανανεώσιμης ενέργειας στη χώρα μας. Με σύμμαχο την μεγαλύτερη ηλιοφάνεια σε όλη την Ευρώπη, οι Έλληνες επιλέγουν έναν αποδοτικό, οικονομικό και οικολογικό τρόπο για να καλύψουν τις καθημερινές ανάγκες σε ζεστό νερό. Μάλιστα στην ευρωπαϊκή κατάταξη που δείχνει τα τετραγωνικά μέτρα που καλύπτουν οι ηλιακοί συλλέκτες ανά κάτοικο, η Ελλάδα έρχεται στην τρίτη θέση με εγκατεστημένους 1.300.000 ηλιακούς θερμοσίφωνες. Σύμφωνα με την Ένωση Βιομηχανιών Ηλιακής Ενέργειας, υπάρχουν στην Ελλάδα 2,8 GWth εγκατεστημένης ισχύος με τα περισσότερα συστήματα να είναι ηλιακοί θερμοσίφωνες, οι οποίοι αποτρέπουν την εκπομπή 2 εκατομμυρίων τόνων διοξειδίου του άνθρακα κάθε χρόνο.

Τις περασμένες δεκαετίες, οι ηλιακοί θερμοσίφωνες είχαν σημαντικά υψηλότερο κόστος αγοράς, ενώ ο χρόνος απόσβεσης υπολογιζόταν γύρω στα 10 χρόνια. Η τιμή ενός ηλιακού θερμοσίφωνα έχει μειωθεί περίπου κατά 50% τα τελευταία χρόνια, με αποτέλεσμα η αγορά του να συμφέρει τους σύγχρονους Έλληνες καταναλωτές.

Ανεξάρτητα από τη θερμοκρασία που επικρατεί ακόμη και τις ημέρες του χειμώνα, ο ήλιος είναι γενναιόδωρος στις περισσότερες περιοχές της χώρας μας. Η ηλιοφάνεια διαρκεί αρκετά κι έτσι οι ηλιακοί θερμοσίφωνες τελευταίας γενιάς μπορούν να θερμάνουν επαρκείς ποσότητες νερού, για να καλύψουν όλες τις ανάγκες ενός νοικοκυριού (αρκούν περίπου 4 ώρες ηλιοφάνειας την ημέρα). Η απόσβεση του κόστους απόκτησης και εγκατάστασης ενός ηλιακού θερμοσίφωνα υπολογίζεται κατά μέσο όρο στα 3,5 χρόνια για την μέση κατανάλωση μίας τετραμελούς οικογένειας, ενώ ταυτόχρονα η διάρκεια ζωής αυτού αγγίζει κατά προσέγγιση τα 15 χρόνια. Ένας αξιόπιστος ηλιακός θερμοσίφωνας που συντηρείται συστηματικά ακολουθώντας τις συστάσεις του κατασκευαστή, μπορεί να παραμείνει πλήρως λειτουργικός ακόμη και 25 ή 30 χρόνια.

Από την άλλη πλευρά, είναι ευρέως γνωστό ότι ο ηλεκτρικός θερμοσίφωνας είναι μία από τις πιο ενεργοβόρες ηλεκτρικές συσκευές του σπιτιού μας. Αποτελεί, μάλιστα την τρίτη σημαντικότερη δαπάνη στους λογαριασμούς ρεύματος, μετά την ηλεκτρική κουζίνα, το ψυγείο και το πλυντήριο, ενώ υπολογίζεται πως κάθε νοικοκυριό καταναλώνει γύρω στο 10 έως 15% της ημερήσιας ενέργειας για την θέρμανση νερού.

Μπορούμε να συνοψίσουμε τα πλεονεκτήματα του ηλιακού θερμοσίφωνα στα εξής:

  • Δραστική μείωση του κόστους θέρμανσης νερού μέχρι και 80%
  • Εξοικονόμηση ενέργειας
  • Ενεργειακή αναβάθμιση του σπιτιού, του εξοχικού ή του χώρου εργασίας μας – αύξηση της αξίας του ακινήτου.
  • Ταχεία απόσβεση κόστους απόκτησης και εγκατάστασης (Μικρότεροι λογαριασμοί ρεύματος, Χαμηλό κόστος συντήρησης & Μεγάλη διάρκεια ζωής του ηλιακού θερμοσίφωνα)

Εκτός, λοιπόν, από την οικονομική διάσταση της λειτουργίας του ηλιακού θερμοσίφωνα, που μας παρέχει άμεσα και εύκολα ζεστό νερό υπάρχει και η «πράσινη», η οικολογική διάσταση με την εξοικονόμηση ηλεκτρικού ρεύματος. Σύμφωνα πάλι με την Ένωση Βιομηχανιών Ηλιακής Ενέργειας, κάθε χρόνο πάνω από 4 δισ. κιλοβατώρες ηλεκτρικής ενέργειας και περίπου 240.000 τόνοι πετρελαίου σπαταλούνται μόνο και μόνο για να ζεστάνουμε νερό στα κτίρια μας, κάτι που μπορεί να γίνει ανέξοδα με χρήση ηλιακής ενέργειας που τόσο γενναιόδωρα προσφέρει ο τόπος μας.

Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, που τα ελληνικά νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις επιλέγουν εδώ και δεκαετίες την χρήση ηλιακού θερμοσίφωνα, αυτόν τον αποδοτικό, οικονομικό και οικολογικό τρόπο θέρμανσης νερού. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι ακόμη και τα χρόνια που η οικονομική κρίση είχε καθηλώσει τον κλάδο της οικοδομής, η αγορά ηλιακών θερμοσίφωνων παρουσίαζε άνοδο γύρω στο 4%. Επίσης, οι ελληνικές επιχειρήσεις, οι οποίες παράγουν ποιοτικά προϊόντα και εναρμονίζονται με τις απαιτήσεις της ΕΕ, έχουν επεκτείνει τη δραστηριότητά τους όχι μόνο στη χώρα μας, αλλά και στο εξωτερικό.