Σε κάθε γραφείο υπάρχει το λεγόμενο μικροκλίμα. Το μικροκλίμα επηρεάζεται από παράγοντες, όπως θέρμανση, κλιματισμός, αερισμός, ηλιακό φως, καθώς και από τα υλικά και τη δόμηση του κτιρίου. Φυσικά δεν είναι εύκολο να πετύχετε την ιδανική θερμοκρασία για κάθε υπάλληλο.

Σύμφωνα με μελέτες υπάρχει μια σαφής σχέση μεταξύ της παραγωγικότητας των εργαζομένων και του κλίματος του χώρου. Σε αυτό το άρθρο θα εξηγήσουμε αυτόν τον περίεργο φαινομενικά συσχετισμό.

Η ρύθμιση της θερμοκρασίας είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ανθρώπινης φύσης

Οι άνθρωποι ρυθμίζουμε τη θερμοκρασία μας μέσω αυτών που αποκαλούμε ‘θερμορυθμιστικές λειτουργίες’. Μέσω αυτών των λειτουργιών ρυθμίζουμε τη θερμότητα και το κρύο ακούσια, μέσω διαφόρων φυσικών αντιδράσεων, όπως την εφίδρωση και το ρίγος. Οι άνθρωποι όμως παίρνουμε και συνειδητές αποφάσεις για να προστατευτούμε από τη ζέστη ή το κρύο. Τέτοιες αποφάσεις περιλαμβάνουν την επιλογή του ρουχισμού, την ένταση της σωματικής μας κόπωσης και την επιλογή συγκεκριμένων χώρων και δωματίων.

Σε πολλές περιπτώσεις οι επιλογές μας είναι περιορισμένες, οπότε βρισκόμαστε στο έλεος των ακούσιων λειτουργιών μας. Για παράδειγμα, στην περίπτωση ενός υπαλλήλου γραφείου, ο υπάλληλος βρίσκεται σε καθιστή θέση για 8 με 10 ώρες, συχνά χωρίς να μπορεί να φύγει από αυτό.

Κανονισμός θερμοκρασίας στο γραφείο

Ουσιαστικά τέσσερις παράγοντες είναι υπεύθυνοι για έναν εσωτερικό χώρο:

  • η θερμοκρασία του αέρα
  • η υγρασία του αέρα
  • η κίνηση του αέρα
  • η θερμική ακτινοβολία

Ωστόσο, η αντίληψη αυτών των παραγόντων ποικίλλει ανάλογα με το άτομο. Θέτοντας έναν κανονισμό θερμοκρασίας στο γραφείο σας, οι παράγοντες αυτοί θα μπορούν να επηρεαστούν και να μεταβληθούν μόνο σε κάποιο περιορισμένο βαθμό, ο οποίος θα είναι κοινά αποδεκτός.

Όσον αφορά τη θερμοκρασία, θα πρέπει να υπάρχουν σαφείς προδιαγραφές, για όλα τα γραφεία: η θερμοκρασία του αέρα πρέπει να είναι τουλάχιστον 20°C και να μην υπερβαίνει τους 26°C. Ωστόσο, αυτή η προδιαγραφή δεν λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι οι άνθρωποι ως μονάδες αντιλαμβάνονται τη θερμοκρασία διαφορετικά. Έτσι δεν υπάρχει μία και μοναδική ιδανική θερμοκρασία δωματίου. Η θερμοκρασία ενός δωματίου μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο για να δημιουργήσει ένα γενικό μακροκλίμα, στο οποίο τα άτομα που εργάζονται θα έχουν περιορισμένη επιρροή.

Η ρύθμιση της υγρασίας του αέρα πρέπει να σχετίζεται άμεσα με τη θερμοκρασία του. Για παράδειγμα, εάν η θερμοκρασία δωματίου είναι 20°C, η υγρασία δεν πρέπει να υπερβαίνει το 80%. Στους 26°C όμως, το ανώτατο όριο για την υγρασία είναι μόλις 55%. Εάν η υγρασία είναι υψηλότερη, το κλίμα του δωματίου γίνεται δυσάρεστο. Επιπλέον, σε υψηλά επίπεδα υγρασίας, η ρύθμιση της θερμοκρασία μας μέσω της εφίδρωσης είναι αναποτελεσματική, αφού ο ιδρώτας δεν μπορεί να εξατμιστεί σε υψηλά επίπεδα υγρασίας. Έτσι, ο μηχανισμός ψύξης του σώματος δεν λειτουργεί επαρκώς, με αποτέλεσμα το προσωπικό του γραφείου να υποφέρει και να μειώνεται η παραγωγικότητά τους.

Σειρά έχει η κίνηση του αέρα. Ο βασικός κανόνας λέει ότι στις θερμοκρασίες αέρα από 20°C έως 22°C η μέση ταχύτητα αέρα πρέπει να είναι από 0,10 m/s έως 0,15 m/s. Στους 26°C η ταχύτητα αέρα πρέπει να είναι μέχρι 0,20 m/s. Αν η ταχύτητα είναι υψηλότερη, το ανθρώπινο σώμα αισθάνεται μία τοπική ψύξη. Ο λαιμός, οι ώμοι, οι αστράγαλοι και η πλάτη έχουν προδιάθεση για ψύξη. Το ρίγος, το οποίο χρησιμεύει ως θερμορυθμιστική λειτουργία και ξεκινά αυτόματα σε τέτοιες καταστάσεις – όπως και η εφίδρωση όπως αναφέρθηκε παραπάνω – δεν ευνοούν την εργασία.

Ο τελευταίος κλιματικός παράγοντας που μπορεί να επηρεάσει την παραγωγικότητα στο γραφείο είναι η θερμική ακτινοβολία. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον ένα δωμάτιο με κρύες επιφάνειες επηρεάζει όσους βρίσκονται σε αυτό: το σώμα εκπέμπει θερμότητα στον αέρα μέσω της ακτινοβολίας στις γύρω επιφάνειες. Το αντίστροφο είναι επίσης δυσάρεστο και συμβαίνει όταν η θερμοκρασία των κοντινών επιφανειών είναι υψηλότερη από τη θερμοκρασία του σώματος. Αυτό συμβαίνει συνήθως όταν ο ήλιος “χτυπάει” το δωμάτιο για αρκετές ώρες. Έτσι, μια ζεστή επιφάνεια αναγκάζει ένα σώμα να απορροφήσει επιπλέον θερμότητα. Κατά συνέπεια, το σώμα καταφεύγει στην εφίδρωση. Το σώμα λοιπόν ιδρώνει για να ρυθμίσει τη θερμοκρασία του, σπαταλά ενέργεια και η παραγωγικότητα του εργαζομένου πέφτει. Το πρόβλημα επιδεινώνεται επίσης όταν οι επιφάνειες μέσα στο δωμάτιο βρίσκονται σε διαφορετικές θερμοκρασίες. Όταν δηλαδή, για παράδειγμα, η οροφή είναι ζεστή ενώ οι τοίχοι και το δάπεδο είναι κρύα. Ιδανικά, η θερμική ακτινοβολία δεν θα πρέπει να έχει μεγαλύτερη απόκλιση από 2°C από τη θερμοκρασία του αέρα.